Προσεγγίζοντας τον υπέρ-Σιβηρικό σιδηρόδρομο με χιούμορ

Έριξα μια κλεφτή ματιά στο ηλεκτρονικό ρολόι του σταθμού. Δεν ήταν η ώρα τόσο πολύ που με ενδιέφερε όσο η θερμοκρασία. Τα ψηφία έδειχναν το μαγικό νούμερο 36. Έπρεπε να το πάρω απόφαση ότι το άκουσμα και μόνο του ονόματος Σιβηρία δεν θα αρκούσε από εδώ και πέρα για να δροσίσει το ιδρωμένο μου μέτωπο.

Σήκωσα το μαύρο σακίδιο που ζύγιζε όσο μια σιβηριανή αρκούδα και απόλαυσα τη διαδρομή από τις κυλιόμενες σκάλες ως την αποβάθρα που οδηγούσε στις γραμμές του τραίνου. Η θρυλική αμαξοστοιχία Россия (Ρωσία) ήταν ήδη στη γραμμή τρία, με τελικό προορισμό το Владивосток (Βλαδιβοστόκ). Είχα αποστηθίσει τις πληροφορίες του εισιτηρίου μου, όπως αριθμό βαγονιού, θέσης στο κουπέ και το κυριότερο την ώρα αναχώρησης. Δεν είναι να παίζεις με το απίθανο σύστημα ωραρίων και αναχωρήσεων του υπερσιβηρικού σιδηρόδρομου*.

Κατευθύνθηκα στην ξανθούλα συνοδό στην είσοδο του βαγονιού που θα με φιλοξενούσε στο ταξίδι από το Екатеринбург (Εκατερίνμπουργκ) ως το Иркутск (Ιρκούτσκ) στην καρδιά της Σιβηρίας. Ανεβαίνοντας τα μεταλλικά σκαλιά που οδηγούσαν στο διάδρομο προσπαθούσα να μη σκέφτομαι ότι θα τα ξανά κατέβαινα στον προορισμό μου μετά από 46 ώρες. Είχα ταξιδέψει πάρα πολύ με τραίνα σε όλες τις ηπείρους, ακόμα και σε πιο δύσκολες διαδρομές από αυτήν. Ήταν όμως η πρώτη φορά που θα περνούσα 2 νύχτες και 2 μέρες στο κουπέ ενός τραίνου.

alteroad.com-trans-siberia-railway-00-1240p

Η σακούλα με τις προμήθειες για τα δύο αυτά εικοσιτετράωρα σκάλωνε πεισματικά στο χερούλι της σκάλας εμποδίζοντάς με να μπω θριαμβευτικά και με αυτοπεποίθηση στο βαγόνι. Λες και ήθελε να μου περάσει στο μυαλό, κάποιο κρυφό μήνυμα. Την τράβηξα πεισματικά από τα χερούλια σε σημείο τέτοιο που η αντοχή του μετά-σοσιαλιστικού πλαστικού της έδειξε πεντακάθαρα τα δόντια της σε όλες τις βιοδιασπώμενες, σκίζομαι και μόνο που με κοιτάς με τα μάτια, σακούλες από ένα νεοκαπιταλιστικό supermarket της χώρας μου. Είναι ελάχιστα τα προϊόντα στη Ρωσία που κρατάνε ακόμα τη στιβαρή τους κατασκευή και αντοχή στο χρόνο, όπως για παράδειγμα ένα παλιό κλασσικό ρωσικό Lada, που σπάνια συναντάς πια στους δρόμους της πρώην ΕΣΣΔ. Η σακούλα όμως από το market του σταθμού, είχε όλα τα εχέγγυα να βγει νικήτρια μέχρι τον τελικό προορισμό του ταξιδιού μου με τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο.

Η ξανθούλα με οδήγησε στο εξάκλινο κουπέ που θα μοιραζόμουν με 3 ακόμα Ρώσους, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη μεγάλη στάση στο Tyumen. Ακούμπησα τη σακούλα με τις προμήθειες του ταξιδιού στο τραπεζάκι του κουπέ δίπλα σε αυτές των συνεπιβατών μου και βάλθηκα να τακτοποιήσω τα πράγματά μου, όσο πιο βολικά γινόταν, στο πατάρι των αποσκευών. Κατεβαίνοντας από την κάθετη σκάλα που το βράδυ θα με οδηγούσε στο κρεβάτι-φάκελο, το βλέμμα μου έπεσε στις σακούλες με τις προμήθειες ταξιδιού των συνεπιβατών μου φέρνοντας μαύρες σκέψεις στο μυαλό μου. Άρχισα να σκέφτομαι μήπως είχα κάνει λάθος επιλογή στο σιτηρέσιο του ταξιδιού και είχα επενδύσει περισσότερο από όσο χρειάζεται σε ξέρα τροφή, καθώς το περιεχόμενο από τις σακούλες με τα ώνια των Ρώσων αποτελούνταν 95% από… υγρά καύσιμα. Εξάδες από ρώσικες μπύρες, ντανιασμένες κάτω από το τραπεζάκι και επάνω σε αυτό φευγαλέα μέτρησα τουλάχιστον 12 μπουκάλια με ετικέτες που έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Αντίθετα με τις ετικέτες που ήταν άγνωστες, το περιεχόμενο των μπουκαλιών ήταν αρκετά προβλέψιμο και γνώριμο και συνοψίζονταν σε μια και μοναδική λέξη, κοινή παγκοσμίως. водка “Βό(ν)τκα”.
Χαμογέλασα αμήχανα στους συνταξιδιώτες μου προσπαθώντας να συστηθώ, χρησιμοποιώντας φράσεις που είχα απομνημονεύσει από το βιβλιαράκι με τους άγγλο-ρωσικούς διαλόγους που είχα μαζί μου και ξεφύλλιζα στην αίθουσα αναμονής μέχρι να έρθει η ώρα της αναχώρησης. ‘Η τουλάχιστον έτσι νόμιζα καθώς οδήγησα τους μπολσεβίκους σε τρανταχτά γέλια. Σε άπταιστα ρωσικά και με μια essence από φθηνή τοπική vodka, ο πιο κοντός από τους τρεις, ανταπόδωσε τις συστάσεις σερβίροντας μου τρία τυπικά Ρώσικα ονόματα, που μέχρι να καθίσω στον κάθισμά μου είχα ήδη ξεχάσει, ενώ το κεφάλι μου είχε αρχίσει να γυρίζει σιγά σιγά. Ήταν φανερό ότι οι συνταξιδιώτες μου ήταν ήδη από καιρό στο βαγόνι, καθώς λίγο πριν χάσω το φως μου κατάφερα να μετρήσω 3-4 άδεια μπουκάλια, από αυτά με τις άγνωστες ετικέτες. Δεν έχω ξαναβρεθεί στη ζωή μου ποτέ τόσο γρήγορα με ένα ποτήρι στο χέρι, να κατεβάζω, σωτήρια, σφηνάκια βότκας για να… συνέλθω. Έπρεπε να το πάρω απόφαση. Στη Ρώμη κάνε ότι και οι Ρωμαίοι σκέφτηκα και βρέθηκα να κατεβάζω το δεύτερο σφηνάκι πριν καλά καλά κλείσει το βαθύ αυλάκι που είχε ανοίξει στο λάρυγγα μου από το πρώτο, καθώς το απότομο ξεκίνημα του τραίνου με έριξε στην αγκαλιά του κοντού συνοδοιπόρου μου, όσο οι υπόλοιποι συνέχιζαν να γελούν τρανταχτά. Προσπαθώντας να απαγκιστρωθώ από τον ανεθελούσιο εναγκαλισμό μου με το μπολσεβίκο, αστραπιαία ταυτίστηκα με μια κλασσική φιγούρα από την αγαπημένη μου σειρά κόμικς Lucky Luck. Αυτόν που στην άγρια δύση των πρώιμων ηνωμένων πολιτειών αποκαλούσαν ”τρυφερό πόδι” ! Σωριάστηκα στο κάθισμα θέλοντας να περάσουν τα επόμενα 3370 χιλιόμετρα ως το Иркутск (Ιρκούτσκ),χωρίς να χρειαστεί να πιώ άλλα σφηνάκια, από ΑΥΤΗ τη βότκα.