Λατρεύω να μισώ τη Θεσσαλονίκη

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’αυτή την πόλη, προσπαθώντας να δραπετεύω από κοντά της όσο πιο συχνά μπορούσα.  Ο λόγος ήταν ότι μέσα σε 50 χρόνια κατάφερε να μου εμπνεύσει μια ισόρροπη σχέση αγάπης και μίσους που πυροδοτούσε τάσεις φυγής και γεννούσε ταυτόχρονα νόστο. Σήμερα εγκλωβισμένος σε μια κρίση που πρωτίστως είναι πολιτισμική και μετά οικονομική, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα κλείσει ο κύκλος μου στη γενέθλια πόλη. Μια πόλη με έμψυχο δυναμικό που δημιουργεί και γεννάει ιδέες από τη μια και παράλληλα φροντίζει να σκοτώνει τα ίδια της τα παιδιά, εξατμίζοντας κάθε ελπίδα για μια φρέσκια ανάσα, αναπνέει ακόμα, μέσα από θεσμούς με γερές βάσεις που αντιστέκονται στο κακό κάρμα αυτής της πόλης. Θεσμούς σαν το “Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ” που κλείνει 16 χρόνια και παρόλο που ο προδότης Μάρτης μήνας ξεχνάει καμιά φορά να φέρει την Άνοιξη, αυτή έρχεται πάντα μέσα από τις οθόνες του φεστιβάλ, βρέξει χιονίσει. Για τους σινεφίλ πολίτες τουλάχιστον. Και αν ο ήλιος λάμπει βγαίνοντας από την προβολή στο “Ολύμπιον”, λούζοντας την πλατεία Αριστοτέλους στο φως, θέλεις να πάρεις ένα από τα πολύχρωμα μπαλόνια με ήλιο που πετάνε από το χέρι του μικροπωλητή και σαν μαγικό αερόστατο να σε πετάξει πάνω από τις κορυφές του χιονισμένου Ολύμπου, ως στην άλλη όχθη του Θερμαϊκού.